διάχρισμα

διά-χρισμα, ατος, τό,
A unguent, salve, Archig. ap. Aët.6.27.
II preparation for smearing, pitching,

πίθων Gp.6.9

tit.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάχρισμα — διάχρισμα, το (Μ) 1. μύρο, βάλσαμο, αλοιφή 2. η προετοιμασία για την αλοιφή …   Dictionary of Greek

  • διάχρισμα — unguent neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχρισμάτων — διάχρισμα unguent neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχρίσμασι — διάχρισμα unguent neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχρίσμασιν — διάχρισμα unguent neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχρίσματα — διάχρισμα unguent neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχρίσματι — διάχρισμα unguent neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχρίσματος — διάχρισμα unguent neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.